Σάββατο 30 Ιουνίου 2012

Το λάθος τους και το λάθος μας

του Παύλου Τσίμα
Ο Τσόρτσιλ, στον καιρό του, το είχε πει για τους Αμερικανούς, πως «κάνουν πάντα το σωστό, αφού πρώτα εξαντλήσουν όλα τα πιθανά λάθη». Στον καιρό μας ισχύει, φαίνεται, για τους ...


ευρωπαίους ηγέτες.
Παράδειγμα. Συζητούν τώρα την ιδέα μιας τραπεζικής ένωσης. Αλλά τον πρώτο καιρό μετά το κραχ της Λίμαν, όταν διατυπώθηκε η πρόταση να δοθεί κοινή ευρωπαϊκή εγγύηση των καταθέσεων και να δημιουργηθεί κοινός μηχανισμός εποπτείας και διάσωσης τραπεζών, το Βερολίνο πρώτο πάτησε πόδι. Και επέβαλε τη γραμμή «κάθε χώρα σώζει τις τράπεζές της». Στερνή μου γνώση: αν είχε γίνει δεκτή η πρόταση, η κρίση χρέους που δυόμισι χρόνια τώρα ζει η ευρωζώνη, όλοι οι σοβαροί αναλυτές συμφωνούν πως θα είχε αποτραπεί.

Δεύτερο παράδειγμα. Οταν τον Ιανουάριο - Φεβρουάριο του 2009 τα ελληνικά σπρεντ άρχισαν να παίρνουν την ανηφόρα, ήρκεσε μια δήλωση του τότε υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας, ενός σοσιαλδημοκράτη – πως «η Ευρώπη θα σταθεί αλληλέγγυα, αν μια χώρα αντιμετωπίσει πρόβλημα στον δανεισμό της» –, και τα επιτόκια αμέσως έπεσαν. Τότε κυκλοφόρησαν σχέδια δημιουργίας ενός μηχανισμού αμοιβαίας εγγύησης υπερβολικού δημόσιου χρέους (που τότε αφορούσε μόνο δύο μικρές χώρες, την Ιρλανδία και την Ελλάδα) με παράλληλη ενίσχυση της δημοσιονομικής ενοποίησης της ευρωζώνης. Η Καγκελάριος Μέρκελ πάτησε, ξανά, πόδι. Και όταν το πρόβλημα επανήλθε, μετά τις ελληνικές εκλογές, στα τέλη του 2009, επικράτησαν ιδέες παραδειγματικής τιμωρίας ή και έξωσης από το ευρώ των δημοσιονομικά αμαρτωλών.

Κι έτσι φθάσαμε εδώ που είμαστε σήμερα – με τα ιταλικά και ισπανικά σπρεντ εκεί όπου ήταν τα ελληνικά πριν από 26 μήνες, τη μισή ευρωζώνη υπό διάσωση, την ύφεση και την ανεργία να παίρνουν ενδημικά χαρακτηριστικά και την επιβίωση του κοινού νομίσματος να τίθεται εν αμφιβόλω.

Ας ελπίσουμε πως η ρήση Τσόρτσιλ θα επιβεβαιωθεί και ότι στο τέλος η Ευρώπη θα κάνει το σωστό. Και ας ελπίσουμε ότι ώς τότε θα είμαστε και εμείς ζωντανοί. Στο μεταξύ, καλό θα ήταν να ξανασκεφτούμε τον ρόλο που εμείς παίξαμε σε όλη αυτή την περιπέτεια.

Ενας από τους καλύτερους αναλυτές των ευρωπαϊκών πραγμάτων, ο Ζαν Πιζανί-Φερί, διευθυντής του Ινστιτούτου Μπρίγκελ, διατυπώνει στο πρόσφατο βιβλίο του «Η αφύπνιση των δαιμόνων» (εκδόσεις Πόλις) ένα ερώτημα: τι θα είχε συμβεί αν αντί του Παπανδρέου ήταν ο Κάουεν ο πρώτος πρωθυπουργός που χτυπούσε την πόρτα της Ευρώπης; Αν, αντί της Ελλάδας, ήταν η Ιρλανδία που πρώτη ζητούσε βοήθεια – όπως όλοι τότε περίμεναν και προεξοφλούσαν (χωρίς να φαντάζονται ότι η Ελλάδα θα έκανε το λάθος να βιαστεί να πέσει πρώτη στο στόμα του λύκου);

Ολα θα ήταν, ίσως, διαφορετικά. Η Ιρλανδία ήταν υπόδειγμα δημοσιονομικής αρετής, μια χώρα με μηδενικά ελλείμματα και ελάχιστο δημόσιο χρέος, μέχρι την ώρα που οι τράπεζές της πτώχευσαν και το Δουβλίνο υποχρεώθηκε να αναλάβει όλο το βάρος της πτώχευσής τους για να μην τιναχτεί στον αέρα το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα που ήταν εξαιρετικά εκτεθειμένο στην ιρλανδική απληστία. Αν, λοιπόν, η Ιρλανδία ζητούσε πρώτη βοήθεια, η Ευρώπη θα είχε υποχρεωθεί να αντιμετωπίσει τα πραγματικά της προβλήματα. Αλλά η Ελλάδα, το «τέλειο θύμα», μια χώρα υποδειγματικής δημοσιονομικής ανευθυνότητας, πρόσφερε την ευκαιρία για το τέλειο λάθος: λάθος διάγνωση (πως η ευρωκρίση είναι τάχα δημοσιονομική, πως η αιτία της είναι η δημοσιονομική ασωτία «αμαρτωλών» λαών) και λάθος θεραπεία (αυστηρή λιτότητα για να τιμωρηθούν οι «αμαρτωλοί» και να κερδηθεί η περιλάλητη εμπιστοσύνη των αγορών). Με αποτέλεσμα η κρίση να βαθύνει, αντί να θεραπευτεί, η λιτότητα να μας ρίξει όλους στην άβυσσο και η εμπιστοσύνη των αγορών να χαθεί εντελώς.

Συμπέρασμα: η Ελλάδα, άθελά της, βοήθησε μια ιδεολογικά προκατειλημμένη ευρωπαϊκή ηγεσία να τη χρησιμοποιήσει ως άλλοθι για να επιβάλει μια λάθος πολιτική στην Ευρώπη, δυόμισι χρόνια τώρα. Και τώρα που κάποιοι στην Ευρώπη – ο Ολάντ, ο Μόντι και οι «παππούδες του ευρώ» – επιχειρούν να διορθώσουν το λάθος, ας μην επαναλάβουμε εμείς το δικό μας: ας μην ξεμοναχιαστούμε πάλι, ας μη βιαστούμε να ξεχωρίσουμε από τον σωρό κι ας ξεκινήσουμε επιτέλους τη μεταρρύθμιση που χρωστάμε στον εαυτό μας δύο δεκαετίες τώρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια :