Κυριακή 18 Απριλίου 2010

Όταν έσκασαν οι φούσκες της Ελλάδας

Η ΦΑΣΗ ΠΟΥ ΔΙΑΤΡΕΞΑΜΕ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΕΙ
ΠΕΡΙΟΔΟΣ «ΗΠΙΑΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ»
ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ ΣΤΗ ΣΚΛΗΡΗ  ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.
ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΑΓΓΕΛΙΑ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
ΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗΣ, Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ  ΚΑΤΕΒΗΚΕ
ΣΤΟ ΓΗΠΕΔΟ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝΚΑΙ ΔΡΑΜΑΤΙΚΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΩΝ,
ΑΝΤΙ ΝΑ ΤΑ ΣΥΖΗΤΑ ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΕΡΚΙΔΕΣ
Τα μέτρα ως προς τον χαρακτήρα και την κατεύθυνσή τους, δεν εξέπληξαν κανέναν. Ήταν επώδυνα αλλά αναγκαία και αναπόφευκτα εδώ που φτάσαμε. Δεν θα είναι τα τελευταία καθώς ο δρόμος .....

..... εξόδου από την κρίση και την ύφεση θα είναι μακρύς, ενώ η αποτελεσματικότητά τους θα κρίνεται στην πορεία. Η εξαγγελία των μέτρων αποτελεί το πραγματικό σημείο εκκίνησης της κυβερνητικής θητείας. Ο κ. Παπανδρέου έχει δίκιο κατά τη γνώμη μου όταν διακηρύσσει ότι η αντιμετώπιση της κρίσης δεν μπορεί να περιοριστεί στο δημοσιονομικό πρόβλημα, αλλά απαιτεί ευρύτερες μεταρρυθμίσεις στους κρίσιμους για την ανάπτυξη και τη δημοκρατία τομείς. Τώρα που ο «κύβος ερρίφθη» πρέπει να πείσει ότι τα μέτρα όχι μόνο είναι αναγκαία για τη σταθεροποίηση και αλλά εντάσσονται σε μια πορεία αλλαγής του «μοντέλου Ελλάδα» που έχει εμφανώς πλέον μπλοκάρει.

Υπάρχει ένας ασφαλής δείκτης που μας προειδοποιεί όταν κατά καιρούς η Ελλάδα εγκλωβίζεται σε φαύλους κύκλους. Είναι ο δείκτης αύξησης της συνωμοσιολογίας και της πατριδοκαπηλίας. Όταν ένα μέρος του πολιτικού προσωπικού αναβιβάζει τη συνομωσία (κατά κανόνα των «ξένων», «των αγορών», κ.λπ.) σε βασική ερμηνεία της πραγματικότητας, τότε να είμαστε σίγουροι ότι πράγματι κινδυνεύουμε αν δεν τους γυρίσουμε την πλάτη. Στην ουσία πρόκειται για «ιδεολογίες της Ψωροκώσταινας» που γίνονται του συρμού σε φάσεις εθνικής παρακμής, καθώς επιστρατεύονται για την άμυνα παγιωμένων αλλά μη υπερασπίσιμων πλέον καταστάσεων. Ευτυχώς, στις ίδιες περιόδους κρίσης και παρακμής, ενεργοποιείται και το ένστικτο «εθνικής επιβίωσης», αναπτύσσονται οι αντίρροπες τάσεις και συμπεριφορές, ανασυντάσσονται οι συμμαχίες, προκειμένου η Ελλάδα να βγει από το τέλμα.

Τριπλή κρίση
Οι συντεταγμένες της κρίσης είναι γνωστές. Πρόκειται για τριπλή κρίση: δημοσιονομική, τύπου ανάπτυξης και διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας. Και οι τρεις όψεις αλληλοεπηρεάζονται και αλληλοτροφοδοτούνται. Όλα αυτά έχουν αφενός μια παλιά και γνώριμη πλευρά, αφετέρου μια καινοφανή που σχετίζεται με το ευρώ. Υπό την πρώτη έννοια, η σημερινή κρίση είναι άλλη μια πρόσκρουση του εθνικού συστήματος στα όρια και στις πειθαρχίες που βάζει το εκάστοτε «διεθνές περιβάλλον», όταν ξεπεράσουμε κάποιο όριο ανισορροπίας στη σχέση με αυτό. Με μια περιοδικότητα που δεν είναι τυχαία, το ελληνικό οικονομικό- πολιτικό σύστημα μεταμορφώνεται κατά καιρούς σε αυτοκίνητο που τρέχει στην κατηφόρα χωρίς φρένα και σταματάει μόνο όταν προσκρούσει στον τοίχο που υψώνουν οι εξωτερικές/ διεθνείς συνθήκες. Η ισχυρή ροπή προς τα δημοσιονομικά ελλείμματα και τα ελλείμματα του εμπορικού ισοζυγίου είναι οι μορφές που παίρνει η περιοδική απώλεια των φρένων του συστήματος.

Γιατί όμως «παλαβώνει» το εθνικό σύστημα και εκτροχιάζεται; Οι λόγοι είναι δομικοί και σύνθετοι, αλλά για να τους απλοποιήσουμε μπορούμε να ξεχωρίσουμε τρεις συνιστώσες. Η πρώτη, ιδιαίτερα έκδηλη σήμερα, αφορά το πολιτικό- διοικητικό σύστημα. Πιασμένο στη μέγγενη της πελατειακής πολιτικής- κομματικής πρακτικής από τη μία, και από τον μικροσυντεχνιακό κοινωνικό κατακερματισμό από την άλλη, τείνει εγγενώς στον εκτροχιασμό. Επειδή δεν βρίσκει σοβαρά αντίβαρα σε έναν ισχυρό και σχετικά αυτόνομο από το κράτος ιδιωτικό τομέα, το σύστημα ρέπει συνεχώς στον πληθωρισμό, στην ελλειμματικότητα και στον ανορθολογισμό.

Η δεύτερη συνιστώσα αφορά την παραγωγική δομή και τον χαρακτήρα της επιχειρηματικότητας, που επιδεικνύουν μικρή ικανότητα ενσωμάτωσης της καινοτομίας, της γνώσης και κατ΄ επέκταση ανταγωνιστικότη τας. Το είδαμε άλλη μια φορά την περίοδο 1994-2007, όταν οι συνεχείς και υψηλοί ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης δεν συνοδεύτηκαν από ένα ποιοτικό τεχνολογικό άλμα του παραγωγικού συστήματος.

Η τρίτη συνιστώσα βασίζεται στο σημαντικό μερτικό που έχουν στην ελληνική περίπτωση οι κατά καιρούς «άδηλοι πόροι» (μεταναστευτικό ή ναυτιλιακό συνάλλαγμα, ευρωπαϊκές ενισχύσεις, κ.λπ.), δηλαδή εισοδήματα που παράγονται έξω και καταναλώνονται στη χώρα μας. Από κοινού με την παραοικονομία και την εγκληματική οικονομία, αυτό συμβάλλει ώστε η χώρα να καταναλώνει συστηματικά περισσότερα από όσα παράγει, και στο επίπεδο των νοοτροπιών ενισχύει τον καταναλωτισμό εις βάρος της κουλτούρας της εργασίας. Πάνω σε αυτά τα χαρακτηριστικά κάθισαν οι ποικίλες φούσκες του συστήματός μας. Ο καταναλωτικός ιδιωτικός υπερδανεισμός, οι ανεξέλεγκτες δημόσιες δαπάνες, ο πλουτισμός των ανώτερων - μεσαίων ομάδων που δηλώνουν χαμηλότερα εισοδήματα από τους μισθωτούς, η «ρηχή» επιχειρηματικότητα ή ακόμα χειρότερα οι αρπαχτές. Τώρα που οι φούσκες σκάνε μένει να δούμε ποιος πληρώνει το μάρμαρο. Η πείρα πάντως λέει, ότι στις περιόδους του εκτροχιασμού, οι ανώτερες- μεσαίες εισοδηματικές τάξεις και οι «εξασφαλισμένοι» του δημόσιου τομέα, μετακυλίουν το κόστος της κρίσης στα αδύναμα στρώματα του ιδιωτικού τομέα και στον διευρυνόμενο χώρο της παντοειδούς επισφάλειας ή περιθωριοποίησης.

Νέοι μηχανισμοί επαναφοράς του συστήματος

Ώς εδώ το έργο είναι γνωστό και το έχουμε ξαναδεί (π.χ.

1985, 1990). Το νέο είναι ότι με το ευρώ πρέπει να τροποποιήσουμε τους μηχανισμούς επανισορρόπησης του συστήματος μετά την πρόσκρουση στον τοίχο των «εξωτερικών περιορισμών». Παλαιότερα η υποτίμηση της δραχμής και η εκτύπωση φρέσκου χρήματος ήταν από τα αποτελεσματικότερα εργαλεία εξισορρόπησης και μείωσης του χάσματος της ανταγωνιστικότητας του εθνικού συστήματος έναντι της διεθνούς αγοράς. Ήταν εξάλλου πολιτικά εύχρηστα γιατί ήταν σχετικά αδιαφανής ο καταμερισμός του κόστους στις κοινωνικές ομάδες. Στην εποχή του ευρώ αυτά τα εργαλεία καταργούνται, και την ίδια στιγμή το κοινωνικό κόστος της εξισορρόπησης γίνεται περισσότερο διαφανές. Στο νέο πλαίσιο αποκτούν βαρύνουσα σημασία ως μηχανισμοί επανισορρόπησης αφενός η διαπραγμάτευση μεταξύ των οργανωμένων κοινωνικών συμφερόντων και αφετέρου η ποιότητα της πολιτικής ηγεσίας (leadership). Ως προς την πρώτη, είναι μάταιο να ελπίζουμε ότι η ελληνική κοινωνία θα ανακαλύψει ξαφνικά τον ορθολογικό τρόπο κοινωνικής διαπραγμάτευσης των σκανδιναβικών χωρών. Αλλά αν δεν ξεφύγουμε από τη μεταπολιτευτική «γάγγραινα» του προσχηματικού διαλόγου, των αδιαφανών συμφωνιών «κάτω από το τραπέζι» εις βάρος του κοινωνικού συνόλου, του άκρατου συντεχνιασμού και της κομματικοποίησης, τότε η επανισορρόπηση του συστήματος στην εποχή του ευρώ θα γίνεται όλο και πιο επισφαλής, όλο και πιο πρόσκαιρη. Για να ξεφύγουμε όμως, χρειάζεται αποκατάσταση του κύρους της πολιτικής και των θεσμών, έλεγχος ή αυτοέλεγχος της υστερίας των ελληνικών ΜΜΕ, επίτευξη μιας ελάχιστης συμφωνίας για τη φύση και το μέγεθος των υπό διαπραγμάτευση ζητημάτων.

Ώσπου να γίνουν όμως αυτά, τον πρώτο ρόλο στην εξισορρόπηση θα έχει η αποφασιστικότητα και η συνοχή της πολιτικής ηγεσίας (η οποία παρεμπιπτόντως υπονομεύεται από το σημερινό δικέφαλο σχήμα της οικονομικής πολιτικής). Αποφασιστική ηγεσία δεν σημαίνει «αυτιστική». Αντιθέτως, σημαίνει ηγεσία που μπορεί να παρακινήσει την «από τα κάτω» διαθεσιμότητα. Ξέρουμε ότι σε περιόδους κρίσης μπορεί εξίσου να εκραγούν όλοι οι κορπορατισμοί και ο πόλεμος όλων εναντίον όλων, ή από την άλλη, να διαμορφωθεί ένα κλίμα εθνικής αλληλεγγύης και κοινωνικής συνοχής «για να περάσουμε τα δύσκολα».

Πρόκειται για πορεία επί ξηρού ακμής. Θα ήταν λάθος η κυβέρνηση να θεωρήσει εκ των προτέρων ότι ένα πρόγραμμα σταθεροποίησης δεν μπορεί να κινητοποιήσει «από τα κάτω» κοινωνικές δυνάμεις εξορθολογισμού και ηθικοποίησης της χώρας. Εδώ με ένα μικρό νεύμα από τα πάνω πήγε να δημιουργηθεί «κινηματάκι» ζήτησης αποδείξεων! Χρειάζεται όμως να πείσει ότι η σταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών εντάσσεται ταυτόχρονα σε μια πολιτική αλλαγής του «μοντέλου Ελλάδα» στην κατεύθυνση της δικαιοσύνης και της ανταγωνιστικότητας.

Αυτό το σχέδιο αλλαγής πρέπει να είναι και να προσληφθεί από τους πολίτες ως εθνική επιλογή αποκατάστασης της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας. Γιατί; Γιατί η ελληνική κρίση είναι όψη των προβλημάτων της σημερινής ...

Δεν υπάρχουν σχόλια :